ΕΣΥ πολλών «ταχυτήτων» με γεωγραφικές ανισότητες

 9.1.2018

Ενας κάτοικος του Λεκανοπεδίου Αττικής εάν χρειαστεί να επισκεφθεί γιατρό έχει πολύ περισσότερες επιλογές σε σχέση με κάποιον που ζει σε πόλη της Δυτικής Μακεδονίας. Αλλωστε, ο αριθμός των γιατρών που αντιστοιχούν ανά 1.000 κατοίκους στην Αττική είναι σχεδόν τριπλάσιος με τον αντίστοιχο της Δυτικής Μακεδονίας. Το πιο πυκνό δίκτυο φαρμακείων στην Ελλάδα καταγράφεται στον νομό Τρικάλων, και το πιο αραιό στην Ευρυτανία, ενώ Θεσσαλία και Ηπειρος έχουν την... τιμητική τους όσον αφορά τα διαγνωστικά κέντρα.

Δεκαετίες άναρχης ανάπτυξης του Εθνικού Συστήματος Υγείας (ΕΣΥ) και απουσία ουσιαστικών κινήτρων για την παραμονή ιατρικού προσωπικού σε αγροτικές περιοχές, έχουν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός ΕΣΥ πολλών ταχυτήτων με μεγάλες γεωγραφικές ανισότητες στην κατανομή σημείων παροχής υπηρεσιών Υγείας και ακολούθως στην πρόσβαση των πολιτών σε αυτά. Με βάση τις δύο πρόσφατες εκθέσεις της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής για τον αριθμό των εγγεγραμμένων στους Ιατρικούς Συλλόγους γιατρών και τον μόνιμο πληθυσμό στην Ελλάδα, στη χώρα μας, αρχές του 2017, αντιστοιχούσαν 6,6 γιατροί ανά 1.000 κατοίκους, με μεγάλες αποκλίσεις ανά περιφέρεια.

Ετσι στην Αττική αντιστοιχούσαν 9,2 γιατροί ανά 1.000 κατοίκους, δηλαδή μακράν περισσότεροι σε σχέση με όλες τις άλλες περιφέρειες της χώρας. Στη δεύτερη θέση είναι η Ηπειρος με 6,6 γιατρούς ανά 1.000 κατοίκους και ακολουθούν οι περιφέρειες Κεντρικής Μακεδονίας και Κρήτης με 6,2. Τους λιγότερους γιατρούς σε σχέση με τον πληθυσμό έχει η Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδας (2,9 ανά 1.000 κατοίκους), Νοτίου Αιγαίου (3,3) και η Δυτική Μακεδονία (3,5).

Τα ιδιωτικά ιατρεία

Σύμφωνα με τον «Ατλαντα Υγείας» του υπουργείου, στην Ελλάδα λειτουργούν 24.500 ιδιωτικά ιατρεία, που αναλογούν σε 2,25 ανά 1.000 κατοίκους. Στον νομό Αττικής λειτουργούν 2,98 ιδιωτικά ιατρεία ανά 1.000 κατοίκους, έναντι μόλις 0,91 στην Ευρυτανία. Λιγότερα από ένα ιατρεία ανά 1.000 κατοίκους καταγράφονται σε Σάμο και Φλώρινα.

Στη Θεσσαλία και την Ηπειρο συγκεντρώνεται ο μεγαλύτερος αριθμός διαγνωστικών κέντρων σε σχέση πάντα με τους μόνιμους κατοίκους. Στην Ελλάδα αντιστοιχούν 0,24 διαγνωστικά κέντρα ανά 1.000 κατοίκους, αναλογία που κυμαίνεται από 0,39 στα Ιωάννινα σε μόλις 0,04 στη Φωκίδα. Το πιο πυκνό δίκτυο ιδιωτικών φαρμακείων παρατηρείται στον νομό Τρικάλων, όπου αντιστοιχούν 1,24 φαρμακεία ανά 1.000 κατοίκους, και το πιο αραιό στην Ευρυτανία όπου αντιστοιχούν 0,30 φαρμακεία.

Συνολικά στην Ελλάδα στο τέλος του 2016 ήταν εγγεγραμμένοι στους Ιατρικούς Συλλόγους της χώρας σχεδόν 71.000 γιατροί, ενώ για πρώτη χρονιά την τελευταία εξαετία της κρίσης και παρά το συνεχιζόμενο brain drain, ο συγκεκριμένος αριθμός παρουσίασε αύξηση. Οι «δημοφιλέστερες» ειδικότητες είναι η παθολογία, η παιδιατρική, η βιοπαθολογία, η καρδιολογία, η μαιευτική-γυναικολογία και η γενική ιατρική, οι οποίες αποτελούν περίπου το 27% του ιατρικού δυναμικού της χώρας· σημειώνεται ότι στα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ στη γενική ιατρική περιλαμβάνεται μία ομάδα γιατρών και ειδικοτήτων όπως οι γενικοί γιατροί, οι γιατροί κοινωνικής ιατρικής και οι αγροτικοί γιατροί.

Μπορεί ο αριθμός των γιατρών στην Ελλάδα να αυξήθηκε αλλά στο ΕΣΥ το πρόβλημα της υποστελέχωσης των υπηρεσιών παραμένει έντονο στις αγροτικές και απομακρυσμένες περιοχές, ενώ παράλληλα έχει επεκταθεί και στα μεγάλα αστικά κέντρα. Σύμφωνα δε με την Ομοσπονδία Ενώσεων Νοσοκομειακών Γιατρών Ελλάδος (ΟΕΝΓΕ) εκτιμάται ότι αυτή τη στιγμή οι κενές θέσεις ιατρών στο ΕΣΥ ανέρχονται σε 8.500.

Η νησιωτική χώρα έχει σοβαρές ελλείψεις σε γιατρούς, κυρίως παιδιάτρους. Το παράδειγμα της Κω, όπου επί χρόνια και παρά τις συνεχείς προκηρύξεις ουδείς ενδιαφέρεται να καλύψει τη θέση παιδιάτρου, είναι ενδεικτικό. «Σε νησιά και γενικά σε μη στελεχωμένες μονάδες όπου προκηρύσσεται μόνο μία θέση, οι γιατροί δεν ενδιαφέρονται. Αλλωστε ποιος θέλει να κρατάει μόνος του ένα τμήμα, κάτι που σημαίνει ότι θα είναι στο πόδι συνεχώς 30 ημέρες τον μήνα;» τονίζει μιλώντας στην «Κ» ο γενικός γραμματέας της ΟΕΝΓΕ, νευροχειρουργός στο Κρατικό Νοσοκομείο Νίκαιας, Πάνος Παπανικολάου. Σύμφωνα με τον ίδιο στα περισσότερα νοσοκομεία της περιφέρειας –κυρίως λόγω του brain drain που έχει στερήσει στη χώρα τα χρόνια της κρίσης περισσότερους από 18.000 νέους γιατρούς– υπάρχουν πλέον ελάχιστοι ειδικευόμενοι. «Μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού σε κάποια νοσοκομεία», αναφέρει χαρακτηριστικά. Και συνεχίζει, «όμως το πρόβλημα πλέον “ακουμπάει” και τα νοσοκομεία του κέντρου, κυρίως σε ειδικότητες όπως της αναισθησιολογίας, σε εργαστηριακές ειδικότητες και σε εξειδικευμένες χειρουργικές ειδικότητες όπως ουρολογία, θωρακοχειρουργική, καρδιοχειρουργική, ΩΡΛ».

Οι ελαστικές σχέσεις εργασίας που έχουν προκριθεί τα χρόνια της κρίσης λόγω και του «παγώματος» των μόνιμων προσλήψεων, δεν φαίνεται να «συγκινούν» ούτε τους ειδικευμένους γιατρούς. Υπενθυμίζεται η πρόσφατη έλλειψη ενδιαφέροντος από γιατρούς για τη στελέχωση των Τοπικών Μονάδων Υγείας με διετείς συμβάσεις: προκηρύχθηκαν 956 θέσεις γενικών γιατρών και παθολόγων και 239 θέσεις παιδιάτρων και οι υποψήφιοι που έκαναν αίτηση ήταν μόλις 364 και 219 αντίστοιχα. Για 27 θέσεις παιδιάτρων σε 13 μεγάλα νησιά του Αιγαίου δηλώθηκαν μόλις 12 αιτήσεις όταν σε αυτά τα νησιά είναι εγκατεστημένοι περισσότεροι των 100 παιδιάτρων.

Πολλές αιτήσεις

Αντίθετα, σύμφωνα με τον κ. Παπανικολάου η προκήρυξη μόνιμων θέσεων πάντα αποτελεί σημαντικό κίνητρο για τους γιατρούς. «Οταν προκηρύσσεται μία μόνιμη θέση οι αιτήσεις είναι πάρα πολλές. Παραδείγματος χάριν, για μία θέση νευροχειρουργού μπορεί να υποβληθούν και 20 αιτήσεις, για μία θέση παθολόγου φτάνουν τις 100». Μία μόνιμη θέση στο ΕΣΥ δελεάζει και Ελληνες γιατρούς που έχουν μεταναστεύσει. «Εχουμε υπολογίσει με βάση τις αιτήσεις που γίνονται για μόνιμες θέσεις ότι περισσότεροι από 2.000 γιατροί που είναι αυτή τη στιγμή στο εξωτερικό θα ήθελαν να επιστρέψουν. Γνωρίζουν σαφώς ότι οι μισθοί είναι χαμηλοί σε σχέση με το εξωτερικό αλλά η προοπτική να χτίσουν τη ζωή τους σε μία μόνιμη βάση είναι σημαντική», καταλήγει ο κ. Παπανικολάου.

Ελλιπής εξυπηρέτηση σε αγροτικές περιοχές

Η άνιση κατανομή υπηρεσιών υγείας στην Ελλάδα επισημαίνεται και στην πρόσφατη έκθεση του ΟΟΣΑ και του Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου των συστημάτων Υγείας «Ελλάδα – Προφίλ Υγείας 2017». Οπως αναφέρεται «οι υγειονομικές εγκαταστάσεις το προσωπικό και ο ιατρικός εξοπλισμός είναι άνισα κατανεμημένα στη χώρα, με μεγαλύτερη συγκέντρωση στις αστικές περιοχές και ελλιπή εξυπηρέτηση των αγροτικών περιοχών, γεγονός που συμβάλλει σε υψηλό επίπεδο μη ικανοποιούμενων αναγκών για ιατρική περίθαλψη.

Για παράδειγμα, ο αριθμός των νοσοκομειακών κλινών οξείας νοσηλείας το 2015 (360 ανά 100.000 κατοίκους) δεν είναι μόνο κάτω από τον μέσο όρο της Ε.Ε. (418), αλλά καταδεικνύει επίσης τριπλάσια διαφορά ανάμεσα στον αριθμό των κλινών της Περιφέρειας Αττικής και των αγροτικών περιοχών της Κεντρικής Ελλάδας». Σύμφωνα με την έκθεση, στην Ελλάδα η αυτοαναφερόμενη μη ικανοποιούμενη ανάγκη για ιατρική περίθαλψη λόγω κόστους ή απόστασης ή χρόνου αναμονής ανέρχεται στο 12,3% (ποσοστό όσων αναφέρουν ότι δεν έλαβαν φροντίδα ενώ είχαν ανάγκη) και είναι η δεύτερη υψηλότερη στην Ε.Ε. μετά την Εσθονία.

Πηγή: kathimerini

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Έντυπη

 

ΕΛΛΑΔΑ 

ΕΣΥ πολλών «ταχυτήτων» με γεωγραφικές ανισότητες

ΠΕΝΝΥ ΜΠΟΥΛΟΥΤΖΑ

 

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ενας κάτοικος του Λεκανοπεδίου Αττικής εάν χρειαστεί να επισκεφθεί γιατρό έχει πολύ περισσότερες επιλογές σε σχέση με κάποιον που ζει σε πόλη της Δυτικής Μακεδονίας. Αλλωστε, ο αριθμός των γιατρών που αντιστοιχούν ανά 1.000 κατοίκους στην Αττική είναι σχεδόν τριπλάσιος με τον αντίστοιχο της Δυτικής Μακεδονίας. Το πιο πυκνό δίκτυο φαρμακείων στην Ελλάδα καταγράφεται στον νομό Τρικάλων, και το πιο αραιό στην Ευρυτανία, ενώ Θεσσαλία και Ηπειρος έχουν την... τιμητική τους όσον αφορά τα διαγνωστικά κέντρα.

Δεκαετίες άναρχης ανάπτυξης του Εθνικού Συστήματος Υγείας (ΕΣΥ) και απουσία ουσιαστικών κινήτρων για την παραμονή ιατρικού προσωπικού σε αγροτικές περιοχές, έχουν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός ΕΣΥ πολλών ταχυτήτων με μεγάλες γεωγραφικές ανισότητες στην κατανομή σημείων παροχής υπηρεσιών Υγείας και ακολούθως στην πρόσβαση των πολιτών σε αυτά. Με βάση τις δύο πρόσφατες εκθέσεις της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής για τον αριθμό των εγγεγραμμένων στους Ιατρικούς Συλλόγους γιατρών και τον μόνιμο πληθυσμό στην Ελλάδα, στη χώρα μας, αρχές του 2017, αντιστοιχούσαν 6,6 γιατροί ανά 1.000 κατοίκους, με μεγάλες αποκλίσεις ανά περιφέρεια.

Ετσι στην Αττική αντιστοιχούσαν 9,2 γιατροί ανά 1.000 κατοίκους, δηλαδή μακράν περισσότεροι σε σχέση με όλες τις άλλες περιφέρειες της χώρας. Στη δεύτερη θέση είναι η Ηπειρος με 6,6 γιατρούς ανά 1.000 κατοίκους και ακολουθούν οι περιφέρειες Κεντρικής Μακεδονίας και Κρήτης με 6,2. Τους λιγότερους γιατρούς σε σχέση με τον πληθυσμό έχει η Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδας (2,9 ανά 1.000 κατοίκους), Νοτίου Αιγαίου (3,3) και η Δυτική Μακεδονία (3,5).

Τα ιδιωτικά ιατρεία

Σύμφωνα με τον «Ατλαντα Υγείας» του υπουργείου, στην Ελλάδα λειτουργούν 24.500 ιδιωτικά ιατρεία, που αναλογούν σε 2,25 ανά 1.000 κατοίκους. Στον νομό Αττικής λειτουργούν 2,98 ιδιωτικά ιατρεία ανά 1.000 κατοίκους, έναντι μόλις 0,91 στην Ευρυτανία. Λιγότερα από ένα ιατρεία ανά 1.000 κατοίκους καταγράφονται σε Σάμο και Φλώρινα.

Στη Θεσσαλία και την Ηπειρο συγκεντρώνεται ο μεγαλύτερος αριθμός διαγνωστικών κέντρων σε σχέση πάντα με τους μόνιμους κατοίκους. Στην Ελλάδα αντιστοιχούν 0,24 διαγνωστικά κέντρα ανά 1.000 κατοίκους, αναλογία που κυμαίνεται από 0,39 στα Ιωάννινα σε μόλις 0,04 στη Φωκίδα. Το πιο πυκνό δίκτυο ιδιωτικών φαρμακείων παρατηρείται στον νομό Τρικάλων, όπου αντιστοιχούν 1,24 φαρμακεία ανά 1.000 κατοίκους, και το πιο αραιό στην Ευρυτανία όπου αντιστοιχούν 0,30 φαρμακεία.

Συνολικά στην Ελλάδα στο τέλος του 2016 ήταν εγγεγραμμένοι στους Ιατρικούς Συλλόγους της χώρας σχεδόν 71.000 γιατροί, ενώ για πρώτη χρονιά την τελευταία εξαετία της κρίσης και παρά το συνεχιζόμενο brain drain, ο συγκεκριμένος αριθμός παρουσίασε αύξηση. Οι «δημοφιλέστερες» ειδικότητες είναι η παθολογία, η παιδιατρική, η βιοπαθολογία, η καρδιολογία, η μαιευτική-γυναικολογία και η γενική ιατρική, οι οποίες αποτελούν περίπου το 27% του ιατρικού δυναμικού της χώρας· σημειώνεται ότι στα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ στη γενική ιατρική περιλαμβάνεται μία ομάδα γιατρών και ειδικοτήτων όπως οι γενικοί γιατροί, οι γιατροί κοινωνικής ιατρικής και οι αγροτικοί γιατροί.

Μπορεί ο αριθμός των γιατρών στην Ελλάδα να αυξήθηκε αλλά στο ΕΣΥ το πρόβλημα της υποστελέχωσης των υπηρεσιών παραμένει έντονο στις αγροτικές και απομακρυσμένες περιοχές, ενώ παράλληλα έχει επεκταθεί και στα μεγάλα αστικά κέντρα. Σύμφωνα δε με την Ομοσπονδία Ενώσεων Νοσοκομειακών Γιατρών Ελλάδος (ΟΕΝΓΕ) εκτιμάται ότι αυτή τη στιγμή οι κενές θέσεις ιατρών στο ΕΣΥ ανέρχονται σε 8.500.

Η νησιωτική χώρα έχει σοβαρές ελλείψεις σε γιατρούς, κυρίως παιδιάτρους. Το παράδειγμα της Κω, όπου επί χρόνια και παρά τις συνεχείς προκηρύξεις ουδείς ενδιαφέρεται να καλύψει τη θέση παιδιάτρου, είναι ενδεικτικό. «Σε νησιά και γενικά σε μη στελεχωμένες μονάδες όπου προκηρύσσεται μόνο μία θέση, οι γιατροί δεν ενδιαφέρονται. Αλλωστε ποιος θέλει να κρατάει μόνος του ένα τμήμα, κάτι που σημαίνει ότι θα είναι στο πόδι συνεχώς 30 ημέρες τον μήνα;» τονίζει μιλώντας στην «Κ» ο γενικός γραμματέας της ΟΕΝΓΕ, νευροχειρουργός στο Κρατικό Νοσοκομείο Νίκαιας, Πάνος Παπανικολάου. Σύμφωνα με τον ίδιο στα περισσότερα νοσοκομεία της περιφέρειας –κυρίως λόγω του brain drain που έχει στερήσει στη χώρα τα χρόνια της κρίσης περισσότερους από 18.000 νέους γιατρούς– υπάρχουν πλέον ελάχιστοι ειδικευόμενοι. «Μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού σε κάποια νοσοκομεία», αναφέρει χαρακτηριστικά. Και συνεχίζει, «όμως το πρόβλημα πλέον “ακουμπάει” και τα νοσοκομεία του κέντρου, κυρίως σε ειδικότητες όπως της αναισθησιολογίας, σε εργαστηριακές ειδικότητες και σε εξειδικευμένες χειρουργικές ειδικότητες όπως ουρολογία, θωρακοχειρουργική, καρδιοχειρουργική, ΩΡΛ».

Οι ελαστικές σχέσεις εργασίας που έχουν προκριθεί τα χρόνια της κρίσης λόγω και του «παγώματος» των μόνιμων προσλήψεων, δεν φαίνεται να «συγκινούν» ούτε τους ειδικευμένους γιατρούς. Υπενθυμίζεται η πρόσφατη έλλειψη ενδιαφέροντος από γιατρούς για τη στελέχωση των Τοπικών Μονάδων Υγείας με διετείς συμβάσεις: προκηρύχθηκαν 956 θέσεις γενικών γιατρών και παθολόγων και 239 θέσεις παιδιάτρων και οι υποψήφιοι που έκαναν αίτηση ήταν μόλις 364 και 219 αντίστοιχα. Για 27 θέσεις παιδιάτρων σε 13 μεγάλα νησιά του Αιγαίου δηλώθηκαν μόλις 12 αιτήσεις όταν σε αυτά τα νησιά είναι εγκατεστημένοι περισσότεροι των 100 παιδιάτρων.

Πολλές αιτήσεις

Αντίθετα, σύμφωνα με τον κ. Παπανικολάου η προκήρυξη μόνιμων θέσεων πάντα αποτελεί σημαντικό κίνητρο για τους γιατρούς. «Οταν προκηρύσσεται μία μόνιμη θέση οι αιτήσεις είναι πάρα πολλές. Παραδείγματος χάριν, για μία θέση νευροχειρουργού μπορεί να υποβληθούν και 20 αιτήσεις, για μία θέση παθολόγου φτάνουν τις 100». Μία μόνιμη θέση στο ΕΣΥ δελεάζει και Ελληνες γιατρούς που έχουν μεταναστεύσει. «Εχουμε υπολογίσει με βάση τις αιτήσεις που γίνονται για μόνιμες θέσεις ότι περισσότεροι από 2.000 γιατροί που είναι αυτή τη στιγμή στο εξωτερικό θα ήθελαν να επιστρέψουν. Γνωρίζουν σαφώς ότι οι μισθοί είναι χαμηλοί σε σχέση με το εξωτερικό αλλά η προοπτική να χτίσουν τη ζωή τους σε μία μόνιμη βάση είναι σημαντική», καταλήγει ο κ. Παπανικολάου.

Ελλιπής εξυπηρέτηση σε αγροτικές περιοχές

Η άνιση κατανομή υπηρεσιών υγείας στην Ελλάδα επισημαίνεται και στην πρόσφατη έκθεση του ΟΟΣΑ και του Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου των συστημάτων Υγείας «Ελλάδα – Προφίλ Υγείας 2017». Οπως αναφέρεται «οι υγειονομικές εγκαταστάσεις το προσωπικό και ο ιατρικός εξοπλισμός είναι άνισα κατανεμημένα στη χώρα, με μεγαλύτερη συγκέντρωση στις αστικές περιοχές και ελλιπή εξυπηρέτηση των αγροτικών περιοχών, γεγονός που συμβάλλει σε υψηλό επίπεδο μη ικανοποιούμενων αναγκών για ιατρική περίθαλψη.

Για παράδειγμα, ο αριθμός των νοσοκομειακών κλινών οξείας νοσηλείας το 2015 (360 ανά 100.000 κατοίκους) δεν είναι μόνο κάτω από τον μέσο όρο της Ε.Ε. (418), αλλά καταδεικνύει επίσης τριπλάσια διαφορά ανάμεσα στον αριθμό των κλινών της Περιφέρειας Αττικής και των αγροτικών περιοχών της Κεντρικής Ελλάδας». Σύμφωνα με την έκθεση, στην Ελλάδα η αυτοαναφερόμενη μη ικανοποιούμενη ανάγκη για ιατρική περίθαλψη λόγω κόστους ή απόστασης ή χρόνου αναμονής ανέρχεται στο 12,3% (ποσοστό όσων αναφέρουν ότι δεν έλαβαν φροντίδα ενώ είχαν ανάγκη) και είναι η δεύτερη υψηλότερη στην Ε.Ε. μετά την Εσθονία.

Έντυπη