Εναρκτήρια ομιλία της κυρίας Α.Μόραλη στην 1η Επιστημονική Διημερίδα

 20.6.2017

 

 

Ηράκλειο, 9 Ιουνίου 2017

Ομιλία της Αγοραστής Μόραλη-Τσουδερού

στην τελετή έναρξης της

1ης Επιστημονικής Διημερίδας του ΒΕΝΙΖΕΛΕΙΟΥ Γ.Ν. ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ

 

Εξήντα χρόνια Βενιζέλειο

Κυρίες και κύριοι, αγαπητοί συνάδελφοι,

Καλησπέρα.

Πριν αρχίσω να σας εξιστορώ τα του Βενιζελείου, πρώτα θέλω να συγχαρώ θερμά την οργανωτική επιτροπή, δηλαδή την Ένωση Εργαζομένων του Βενιζελείου Γ. Νοσοκομείου, γι’ αυτή την εξαιρετική επιστημονική διημερίδα που διοργάνωσαν, όπως το διαπιστώσαμε ήδη από το πρώτο μέρος της, που παρακολουθήσαμε. Συγχαίρω, επίσης και την Επιστημονική Επιτροπή της διημερίδας, που είναι το Επιστημονικό Συμβούλιο του Νοσοκομείου, για την επιλογή των θεμάτων της διημερίδας. Θέλω, ακόμα, να ευχαριστήσω τον πρόεδρο κ. Χονδροζουμάκη και τα μέλη του Δ.Σ. της Ένωσης Εργαζομένων του Νοσοκομείου για την τιμή που μου έκαναν να είμαι η κεντρική ομιλήτρια της τελετής έναρξης αυτής της διημερίδας. Η επικοινωνία τους μαζί μου με συγκίνησε και μου έδωσε μεγάλη χαρά.

Ας έρθουμε, όμως, στο θέμα μας. Εξήντα χρόνια Βενιζέλειο.

Τα μισά και κάτι παραπάνω τα έζησα μέσα σ’ αυτό. Σήμερα, 9 Ιουνίου, είναι επετειακή ημέρα για μένα. Στις 9 Ιουνίου του 1969 ανέλαβα τη διεύθυνση της μοναδικής τότε Παθολογικής Κλινικής του Νοσοκομείου. Πήρα σύνταξη το 2000. Τα τελευταία χρόνια της θητείας μου άσκησα και τα καθήκοντα της διευθύντριας της νεοσυσταθείσας τότε Ιατρικής Υπηρεσίας.

ΒΕΝΙΖΈΛΕΙΟ, λοιπόν, και 60 χρόνια. Τι να πρωτοθυμηθεί κανένας; Εξήντα χρόνια προσφοράς στο λαό του Ηρακλείου, αλλά και ολόκληρης της Κρήτης και των νησιών του νότιο-ανατολικού Αιγαίου, κάτω από πάρα πολύ δύσκολες συνθήκες, ιδιαίτερα από τότε που άρχισε να λειτουργεί ως γενικό Νοσοκομείο. Ο λόγος; Το ανεπαρκές μέγεθος του κτιρίου του σε σχέση με το τεράστιο έργο παροχής υπηρεσιών υγείας που έπρεπε να διεκπεραιώσει.

Ο κόσμος τότε δεν έλεγε το Βενιζέλειο, αλλά το αποκαλούσε τα Βενιζέλεια. Ποτέ μου δεν κατάλαβα αν αυτό γινόταν από συνήθεια, λόγω των αγώνων με το ίδιο όνομα, ή αν θεωρούσαν ότι πηγαίνοντας στο Βενιζέλειο έμπαιναν σε έναν αγωνιστικό χώρο, όπου αγωνίζονταν οι ίδιοι για να προσπελάσουν τις υπηρεσίες του και το προσωπικό του Βενιζελείου για να τους τις προσφέρει.

Ας δούμε, όμως, την ιστορία του Βενιζελείου.

1936. η Παγκρήτια Ένωση Κρητών Αμερικής αποφασίζει να κατασκευάσει στην Κρήτη ένα έργο παγκρήτιου χαρακτήρα για να τιμήσει τον εθνάρχη Ελευθέριο Βενιζέλο. Η λαίλαπα του 2ου Παγκόσμιου Πολέμου πέρασε, και οι Κρήτες της Αμερικής δεν ξέχασαν το όραμά τους. Έτσι το 1949 συνάπτεται σύμβαση για την κατασκευή του έργου από την Ελληνική Κυβέρνηση με μια αμερικάνικη αντιπροσωπεία, με την Παγκρήτια Ένωση Κρητών Αμερικής και με το Δήμο Ηρακλείου. Συμφωνήθηκε ότι ο Δήμος Ηρακλείου θα παραχωρούσε το οικόπεδο, όπως και έκανε παραχωρώντας 110 στρέμματα περίπου, και οι άλλοι τρεις συμβαλλόμενοι θα χρηματοδοτούσαν την κατασκευή του έργου. Σε τέσσερα χρόνια το έργο, ένα διώροφο λευκό κτίριο 10 χιλιάδων τ.μ. ολοκληρώθηκε. Στην κύρια πρόσοψή του φυτεύτηκαν φοίνικες, μπουκαμβίλιες και ροδοδάφνες, ενώ το μεγάλο οικόπεδό του παρέμεινε ως αμπελώνας.

Στις 22 Αυγούστου του 1953 έγιναν τα εγκαίνιά του. Ονομάστηκε Παγκρήτιο Βενιζέλειο Νοσοκομείο Φυματιώντων και λειτούργησε ως Σανατόριο μέχρι το 1966.

Από την έναρξη της λειτουργίας του το νοσοκομείο είχε την τύχη να προσλάβει μια εξαιρετική νοσηλεύτρια ως Διευθύνουσα της νοσηλευτικής υπηρεσίας, την πρεσβυτέρα Πόπη Αστρινάκη - Βολονάκη, η οποία εκπαίδευσε άριστα το νοσηλευτικό προσωπικό και το στήριξε μέχρι που συνταξιοδοτήθηκε το 1985. Διοικητικός Διευθυντής του νοσοκομείου τοποθετήθηκε ένας απόστρατος λόγω υγείας αξιωματικός, ο Ιωάννης Γιουλάκης, που το διοικούσε με στρατιωτική πειθαρχεία. Αποστρατεύτηκε και από το Νοσοκομείο το 1982.

Μετά τις εξελίξεις στη φαρμακευτική θεραπεία της φυματίωσης, τα τελευταία χρόνια της λειτουργείας του Νοσοκομείου ως Σανατόριο, η πληρότητά του με ασθενείς μειώθηκε δραματικά. Γιαυτό και από το νοσοκομείο πρότειναν, αλλά και η πολιτεία, θέλοντας να καλύψει την έλλειψη κρατικού νοσοκομείου στο Ηράκλειο, αποφάσισε το Βενιζέλειο να γίνει γενικό νοσοκομείο. Έπαυσε να λειτουργεί ως Σανατόριο το 1966.

Στις 18 Σεπτεμβρίου του 1967 δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα της κυβέρνησης ο οργανισμός του, ως γενικό νοσοκομείο. Θα είχε 200 κρεβάτια και η επωνυμία του θα ήταν Βενιζέλειο Παγκρήτιο Γενικό Νοσοκομείο.

Άρχισε να λειτουργεί ως γενικό νοσοκομείο στις αρχές του 1968, με οκτώ τμήματα, που ήταν τρείς κλινικές, χειρουργική, παθολογική και μαιευτική-γυναικολογική, αναισθησιολογικό τμήμα, τρία εργαστήρια, παθολογοανατομικό, ακτινολογικό και μικροβιολογικό και το Κέντρο αιμοδοσίας. Από τις λειτουργίες του ως Σανατόριο διατηρήθηκε μόνο ένα εξωτερικό φυματιολογικό ιατρείο. Παρέμεινε το διοικητικό και νοσηλευτικό προσωπικό που είχε ως Σανατόριο, το οποίο εμπλουτίσθηκε ανάλογα με τις ανάγκες των τμημάτων του, οι δε γιατροί του ήταν 8 διευθυντές, ειδικευμένοι στις αντίστοιχες των τμημάτων του ειδικότητες.

Το Βενιζέλειο εφημέρευε μέρα παρά μέρα, εναλλάξ με το Πανάνειο Δημοτικό Νοσοκομείο.

Στη δεκαετία του 60, στο Ηράκλειο λειτουργούσαν περίπου 30 ιδιωτικές κλινικές, οι οποίες είχαν συνολικά γύρω στα χίλια νοσηλευτικά κρεβάτια. Αλλά όταν άρχισε να λειτουργεί το Βενιζέλειο σχεδόν[AT1][AT2] όλα τα βαριά περιστατικά ασθενών έρχονταν σ’ αυτό, είτε κατευθείαν, ή διακομίζονταν από τις κλινικές. Πολύ σύντομα οι τετράκλινοι θάλαμοι νοσηλείας έγιναν εξάκλινοι και μετά οκτάκλινοι. Και, βέβαια, σχεδόν μόνιμα, ένας μεγάλος θάλαμος ασθενών με αναρίθμητα κρεβάτια ήταν οι διάδρομοι του νοσοκομείου, με τα ράντζα. Το περίεργο πάντως είναι ότι παρά την ταλαιπωρία από τον συνωστισμό ασθενών και εργαζομένων και τη μόνιμη έλλειψη προσωπικού, νοσηλευτικού και ιατρικού, ο κόσμος αγάπησε το Βενιζέλειο και το εμπιστεύθηκε.

Το έργο που παράγονταν στις κλινικές, τα εργαστήρια, τα εξωτερικά ιατρεία, τακτικά και έκτακτα, το κέντρο αιμοδοσίας που εξυπηρετούσε όλη την Κρήτη, ήταν τεράστιο μεν, αλλά και υψηλής ποιότητας και εντυπωσίαζε τους πάντες, και πέρα από το Ηράκλειο. Η παράδοση αυτή απ’ ότι πληροφορούμε συνεχίζεται μέχρι σήμερα, αφού στο υπουργείο το κατατάσσουν ως το πρώτο νοσοκομείο απ’ αυτή την άποψη.

Για να καλύψει τις ανάγκες των ασθενών του σύντομα το νοσοκομείο δημιούργησε νέα τμήματα, κυρίως κλινικά, όπως καρδιολογικό, παιδιατρικό και άλλα, ώστε να στελεχωθεί με γιατρούς των αντιστοίχων ιατρικών ειδικοτήτων. Με την πάροδο των χρόνων ο αριθμός των τμημάτων του νοσοκομείου όλο και μεγάλωνε.

Τα ξημερώματα μιας κρύας χειμωνιάτικης νύχτας, συγκεκριμένα στις 11 Φεβρουαρίου του 1970, στρατιωτικά αυτοκίνητα μετέφεραν από το Πανάνειο Δημοτικό Νοσοκομείο στο Βενιζέλειο 20 ασθενείς με τα κρεβάτια τους. Τι είχε συμβεί; Είχε δοθεί στρατιωτική διαταγή. Ας μην το ξεχνάμε ήταν χούντα τότε. Είχε δοθεί, λοιπόν, στρατιωτική διαταγή να κλείσει το Πανάνειο και να συγχωνευτεί με το Βενιζέλειο, γιατί οι συνθήκες νοσηλείας είχαν επιδεινωθεί πολύ, κυρίως λόγω της έλλειψης προσωπικού και ιδιαίτερα νοσηλευτικού. Αυτό, πραγματικά, ήταν αλήθεια. Μέσα σε μια νύχτα, λοιπόν, έγινε η συγχώνευση του ιστορικού Πανανείου με το Βενιζέλειο.

Ύστερα από λίγες μέρες, στις 22 Φεβρουαρίου, έγινε ο σεισμός του 1970, και στο άδειο Πανάνειο κατέφυγαν ορισμένοι σεισμόπληκτοι.

Το Πανάνειο είχε δύο κλινικές, παθολογική και χειρουργική, οι οποίες μοιράστηκαν τους θαλάμους νοσηλείας με τις αντίστοιχες του Βενιζελείου.

Από την ημέρα που έγινε η μεταφορά των ασθενών του Πανανείου στο Βενιζέλειο και για είκοσι χρόνια, δηλαδή από το 1970 έως το 1990 που άρχισε να εφημερεύει κάποιες μέρες και το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο τα έκτακτα ιατρεία του Βενιζελείου ήταν συνεχώς ανοιχτά.

Το 1973 θεσμοθετήθηκε και νομικά η συγχώνευση των δύο νοσοκομείων και προστέθηκαν, λέει, και 70 κρεβάτια στον οργανισμό του Βενιζελείου. Δηλαδή, αυτό στα χαρτιά, γιατί τα κρεβάτια αυτά και πολύ περισσότερα ήταν ήδη αναπτυγμένα στο νοσοκομείο, στο οποίο είχαν καταργηθεί όλοι οι κοινόχρηστοι χώροι του για να φιλοξενήσουν κρεβάτια. Ακόμα και στους διαδρόμους του, σε ορισμένα σημεία, είχαν τοποθετηθεί κρεβάτια αντί για ράντζα.

Έτσι το Νοσοκομείο μετονομάστηκε και από Παγκρήτιο Γενικό Νοσοκομείο Βενιζέλειο έγινε Παγκρήτιο Γενικό Νοσοκομείο Βενιζέλειο-Πανάνειο.

Εν τω μεταξύ το Νοσοκομείο ασφυκτιούσε και προσπαθούσε να βρει χώρους. Μετέφερε τη Σχολή Βοηθών Νοσοκόμων σε ενοικιαζόμενο κτίριο, η Μονάδα Λοιμωδών Νόσων για πολλά χρόνια λειτουργούσε σε μονοκατοικία κοντά στο Πανάνειο, νοίκιασε μια αποθήκη κοντά στο Νοσοκομείο και αργότερα νοίκιασε και την κλινική Ασκληπιείο. Μετέτρεψε το υπόγειό του σε λειτουργικούς χώρους, στην εσωτερική αυλή του, αλλά κι έξω απ’ αυτή, στήθηκαν πολλαπλές πρόχειρες κατασκευές. Η εκκλησία του προστάτη του Αγίου Σπυρίδωνα, που είχε ως Σανατόριο σε μεγάλη αίθουσα του 1ου ορόφου επάνω από την κεντρική είσοδο, έγινε και αυτή χώρος νοσηλείας και το εικονοστάσι του Αγίου τοποθετήθηκε σε μια κόχη στο ισόγειο, στην είσοδο των ασανσέρ. Αργότερα έγινε το εκκλησάκι του Αγίου Σπυρίδωνα, στο προαύλιό του.

Καθώς τα χρόνια περνούσαν, παρά τα προβλήματα με τους χώρους, το Νοσοκομείο παρακολουθούσε τις εξελίξεις της ιατρικής στη διάγνωση και θεραπεία και εκσυγχρονίζονταν. Λειτούργησε τον πρώτο αξονικό τομογράφο σε νοσοκομείο στην Κρήτη, οργάνωσε μια από τις μεγαλύτερες μονάδες αιμοκάθαρσης στην Ελλάδα, απόκτησε ανοσολογικό εργαστήριο, εργαστήριο ραδιοϊσοτόπων και πολλά άλλα. Χαρακτηριστικό της ταχύτητας με την οποία το Νοσοκομείο εκσυγχρονίζονταν είναι ότι όταν κυκλοφόρησαν οι υπερηχοτομογράφοι και ο Δ/ντής του Ακτινολογικού Εργαστηρίου ζήτησε να προμηθευτεί έναν και το νοσοκομείο μας, το αίτημα απορρίφτηκε από το υπουργείο με την αιτιολογία ότι τέτοιο μηχάνημα δεν είχε προμηθευτεί ακόμα κανένα από τα Νοσοκομεία της Αθήνας, και το ήθελε το Βενιζέλειο;

Το 1986, το Βενιζέλειο-Πανάνειο, έχοντας πετύχει πλέον να έχει αποκτήσει την οργάνωση και τις λειτουργίες ενός σύγχρονου μεγάλου νοσοκομείου και με την προοπτική της ενοποίησής με το Απολλώνιο Θεραπευτήριο του ΙΚΑ, που υλοποιήθηκε στο τέλος του 86, καθώς και της επικείμενης επέκτασής του, εντάχτηκε στο Εθνικό Σύστημα Υγείας με το όνομα «Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο Βενιζέλειο Πανάνειο» και την δυνατότητα να αναπτύξει 500 νοσηλευτικές κλίνες.

Αλλά τι έκανα; Είπα τη λέξη επέκταση. Τη λέξη με την οποία συμβιώνει το Νοσοκομείο από τότε που άρχισε να λειτουργεί ως Γενικό Νοσοκομείο, την επέκταση που την ονειρευόμασταν και την περιμέναμε επί 30 χρόνια και το ενδεχόμενο της υλοποίησής της μας παρηγορούσε συχνά, όταν οι συνθήκες εργασίας μας γίνονταν πραγματικά ανυπόφορες.

Θα κάνω μια σύντομή ιστορική αναδρομή στον όρο Επέκταση του Νοσοκομείου.

Από το 1968, διαπιστώθηκε ότι έπρεπε το νοσοκομείο να αποκτήσει και καινούργιους χώρους. Στην αρχή διερευνήθηκε η δυνατότητα η επέκταση να γίνει με την προσθήκη ορόφων στο υφιστάμενο κτίριο. Αλλά, προβλήματα στατικής στήριξης του αυτό δεν το επέτρεπαν.

Το 1970 αποφασίστηκε η κατασκευή ανεξάρτητου κτιρίου στο οικόπεδο του νοσοκομείου που θα φιλοξενούσε κυρίως νοσηλευτικές μονάδες. Η προμελέτη του έργου ανατέθηκε σε όμιλο τεχνικών εταιρειών στην Αθήνα με τη συμφωνία να είναι έτοιμη σε δύο χρόνια. Τελικά οι μελετητές, αφού πληρώθηκαν βέβαια, την παρέδωσαν στο Νοσοκομείο το 1974, μαζί με ένα πρόπλασμα του νέου κτιρίου, όπου απεικονίζονταν αδρά και η διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου. Ενθουσιασμός στο προσωπικό. Όσοι είχαν αυτοκίνητα έκλειναν θέσεις στα προβλεπόμενα πάρκινγκ. Όμως για να προχωρήσει το στάδιο της μελέτης κατασκευής του κτιρίου χρειαζότανε άδεια της αρχαιολογίας, επειδή η Κνωσσός είναι κοντά στο Νοσοκομείο. Το 1976 συνεδρίασε το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο στην Κνωσσό, γι’ αυτό το θέμα, με την συμμετοχή και του τότε υπουργού πολιτισμού και επιστημών ακαδημαϊκού Κων/νου Τρυπάνη. Η προμελέτη απορρίφτηκε από το ΚΑΣ γιατί όπως αποφάνθηκαν, αφού χρησιμοποίησαν ακόμα και γερανό για να προσομοιώσουν το ύψος του εξεταζόμενου κτιρίου, θα φαινότανε 80 εκατοστά μιας γωνίας του τελευταίου ορόφου του από την Κνωσσό. Έτσι η υπόθεση της επέκτασης βάλτωσε, μέχρι που άρχισε να συζητιέται το Εθνικό Σύστημα Υγείας. Το 1982, νομίζω, αποφασίστηκε να γίνει μια νέα πτέρυγα στο Νοσοκομείο, αυτή που έχει τώρα. Σχεδόν ο ίδιος όμιλος μελετητών ανέλαβε και πάλι την προμελέτη. Τώρα το θέμα κόλλησε στο ότι έπρεπε να γίνει διερευνητική αρχαιολογική ανασκαφή στο χώρο που θα κτιζόταν η νέα πτέρυγα. Αυτό το πρόβλημα ξεπεράστηκε με τη συνδρομή της αρχαιολόγου κας Εύας Γραμματικάκη που ανέλαβε την ανασκαφή και την τέλειωσε γρήγορα. Δεν βρέθηκαν αξιόλογα αρχαία κομμάτια και ο χώρος ήταν ελεύθερος να δεχτεί τη νέα πτέρυγα.

Αλλά η επέκταση και πάλι καρκινοβατούσε. Γιατί , άραγε;

Θα σας πω τη δικιά μου εκτίμηση. Θεωρώ ότι η δεκαετία του 80 υπήρξε καθοριστική για την τύχη του Βενιζέλειου Πανάνειου, ως Γενικού Νοσοκομείου. Κι αυτό γιατί αυτή τη δεκαετία λειτούργησε το Τμήμα Ιατρικής της Σχολής Επιστημών Υγείας του Πανεπιστημίου Κρήτης και κατασκευάστηκε και το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο. Όχι, βέβαια, δεν έφταιγαν αυτές οι δύο εξαιρετικά θετικές για τον τόπο εξελίξεις. Το αρνητικό για το Βενιζέλειο Πανάνειο ήταν ότι καλλιεργήθηκε έντονα η άποψη σε ορισμένους κύκλους, κι εδώ και στην Αθήνα, που φαίνεται ότι επηρέαζαν και τις κεντρικές αποφάσεις στο Υπουργείο, ότι όταν θα λειτουργούσε το πανεπιστημιακό νοσοκομείο θα κάλυπτε και το έργο που πρόσφερε το Βενιζέλειο Πανάνειο και το τελευταίο θα μπορούσε να καλύψει άλλες λειτουργίες υγείας και πρόνοιας. Άρα δεν χρειαζόταν να επεκταθεί. Νομίζω ότι οι πιο πολλοί καλοπροαίρετα είχαν πεισθεί να υποστηρίζουν αυτή την άποψη γιατί προφανώς δεν μπορούσαν να συνειδητοποιήσουν το μέγεθος του έργου που πρόσφερε το Βενιζέλειο Πανάνειο, ως γενικό νοσοκομείο.

Έναν άλλο συμβάν που ξεπέρασε το Βενιζέλειο Πανάνειο, στα κρίσιμα για την τύχη του χρόνια του 80, χωρίς να το αντιληφθεί καν, ήταν και το παρακάτω. Στο τέλος του 1981, η τότε Διοικούσα Επιτροπή του Παν/μίου Κρήτης με πρόεδρο τον καθηγητή Γρηγόρη Σηφάκη, συγκρότησε πολυμελή Ομάδα εργασίας από Έλληνες καθηγητές Ιατρικής Αθηνών και εξωτερικού, νοσοκομειακούς γιατρούς από την Αθήνα και κάποια μέλη της Διοικούσας Επιτροπής. Μετά από πρόταση του καθηγητή Φώτη Καφάτου στην Ομάδα Εργασίας συμπεριλήφθηκαν και δύο νοσοκομειακοί γιατροί από το Ηράκλειο, ένας εργαστηριακός, ο Γιάννης Τσουδερός που ήταν και Πρόεδρος της Ιατρικής Εταιρείας Ηρακλείου τότε κι ένας κλινικός, η υποφαινόμενη, που με γνώριζαν κι ως γιατρό των φοιτητών στο Ηράκλειο. Στην ομάδα εργασίας ανατέθηκε η επεξεργασία των θεμάτων οργάνωσης και λειτουργίας του Ιατρικού Τμήματος και η υλοποίηση της απαραίτητης υλικοτεχνικής υποδομής του Τμήματος, ώστε να δεχτεί τους πρώτους φοιτητές, όσο πιο γρήγορα ήταν δυνατόν. Γύρω στο 83 οι διεργασίες για την προκήρυξη των θέσεων των πρώτων καθηγητών του Ιατρικού τμήματος συνέπιπταν με αυτές του καθορισμού από τα κρατικά νοσοκομεία των θέσεων γιατρών του ΕΣΥ, που θα προκηρύσσανε. Τότε από μέλη της ομάδας εργασίας προτάθηκε το Πανεπιστήμιο Κρήτης να παρέμβει στο Υπουργείο υγείας για να μην προκηρυχθούν θέσεις διευθυντών γιατρών ΕΣΥ στο Βενιζέλειο Πανάνειο, ώστε τις Διευθύνσεις των τμημάτων και μονάδων του να αναλάβουν οι νεοεκλεγόμενοι καθηγητές. Όταν θα τελείωνε το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο θα μπορούσαν να μεταφέρουν τα υπό τη διεύθυνσή τους τμήματα σ’ αυτό και το Βενιζέλειο Πανάνειο να καλύψει ίσως κάποιες άλλες λειτουργίες του φάσματος υγεία-πρόνοια. Ύστερα από πολλές συζητήσεις έγινε κατανοητό ότι αν υποβαθμίζονταν το Βενιζέλειο Πανάνειο ως κρατικό γενικό νοσοκομείο και επωμίζονταν το Πανεπιστημιακό νοσοκομείο όλο το βάρος της νοσοκομειακής περίθαλψης, που αναμένονταν μάλιστα να αυξηθεί με την εφαρμογή του ΕΣΥ, αυτό θα απόβαινε εις βάρος του ρόλου του να παρέχει και τριτοβάθμια περίθαλψη σε όλη την περιφέρεια, αλλά και του διδακτικού και ερευνητικού έργου των καθηγητών του Ιατρικού Τμήματος. Έτσι η πρόταση για παρέμβαση του Παν/μίου Κρήτης στο Υπουργείο Υγείας αποσύρθηκε.

Μετά που άρχισε να λειτουργεί το πανεπιστημιακό νοσοκομείο γρήγορα έγινε αντιληπτό ότι το Βενιζέλειο Πανάνειο νοσοκομείο χρειάζονταν να υπάρχει και ενεργοποιήθηκε πάλι η υπόθεση της επέκτασής του με την κατασκευή της νέας πτέρυγας, η οποία και υλοποιήθηκε έως το τέλος της δεκαετίας του 90. Το νοσοκομείο ανάσανε βέβαια, καμιά σχέση με τις συνθήκες λειτουργίας του πριν το 2000, αλλά εξακολουθεί να χρειάζεται κι άλλο χώρο, γι’ αυτό έχει δρομολογηθεί η διαδικασία κατασκευής και νέας πτέρυγας.

Στις αρχές της δεκαετίας του 2000 λειτουργίες του κεντρικού κτιρίου μεταφέρθηκαν στη νέα πτέρυγά του. Έτσι μπόρεσαν οι κλινικές του Απολλώνιου Θεραπευτηρίου να έρθουν στο Βενιζέλειο Πανάνειο.

Την ίδια δεκαετία του 2000 το νοσοκομείο ξεκίνησε τη διαδικασία ενεργοποίησης της ανακαίνισης του ιστορικού και διατηρητέου μνημείου της πόλης Πανάνειο Δημοτικό Νοσοκομείο του Ηρακλειου, σχεδιάζοντας να φιλοξενηθούν σ’ αυτό κάποιες λειτουργίες περίθαλψης του Βενιζελείου Πανανείου και συγκεκριμένα εξειδικευμένα ιατρεία και εργαστήρια που αφορούν τον ευαίσθητο τομέα μητέρα παιδί.

Το Πανάνειο, που περιέθαλψε τον λαό του Ηρακλείου για 70 σχεδόν χρόνια, από το 1902 έως το 1970, αποτελεί μέρος της ιστορίας της περίθαλψης του τόπου μας. Στην ιστορία του είχε εντρυφήσει και την είχε καταγράψει ο αείμνηστος γιατρός της πόλης μας Μανώλης Δετοράκης.

Για το θέμα του Πανανείου είχε γίνει μια επιτροπή στο Νοσοκομείο η οποία συνεργάστηκε άριστα με το Δήμο Ηρακλείου, τον ΟΑΝΑΚ και άλλους εμπλεκόμενους φορείς και είχε και τη συμπαράσταση του Συλλόγου Φίλων του Βενιζελείου Πανανείου Νοσοκομείου. Τα πρώτα κονδύλια βρέθηκαν και άρχισε η ανακαίνιση του κτιρίου και έγινε και η αρχιτεκτονική μελέτη για τη διαμόρφωση των χώρων στο ανακαινισμένο κτίριο. Ύστερα, όπως συμβαίνει συχνά στην Ελλάδα, για λόγους αδιευκρίνιστους οι εργασίες σταμάτησαν.

Τελευταία φάση στην εξέλιξη του Νοσοκομείου είναι η παρακάτω.

Το 2011 ευοδώθηκε η επιχείρηση διασύνδεσης του Βενιζελείου Πανανείου νοσοκομείου με το Πανεπιστημιακό.

Από το 2012 λειτουργούν με κοινή διοίκηση και με την επωνυμία ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟ ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ-Γ.Ν. «ΒΕΝΙΖΕΛΕΙΟ». Το ιστορικό Πανάνειο έφυγε από την επωνυμία. Η λέξη χάθηκε στο δρόμο της διασύνδεσης. Βέβαια, το Βενιζέλειο Πανάνειο για πολλές δεκαετίες λειτούργησε ως αυτόνομο νοσοκομείο και απέδειξε ότι μπορεί να τα καταφέρει πολύ καλά και από μόνο του, χωρίς να χρειάζεται την υψηλή εποπτεία κανενός. Γι’ αυτό, μάλλον, και το Κεντρικό Συμβούλιο Υγειονομικών Περιφερειών, στη συνεδρίασή του το Φεβρουάριο του 2016 αποφάσισε την άρση της διασύνδεσης των δύο νοσοκομείων.

Η αποδοχή που είχε και έχει το νοσοκομείο μας στην κοινωνία του Ηρακλείου καταδεικνύεται και από την ίδρυση, το 1998, του Συλλόγου Φίλων του Βενιζελείου-Πανανείου Νοσοκομείου με κύριο στόχο τη στήριξη του νοσοκομείου. Εκτός των άλλων που πρόσφερε ο Σύλλογος στο νοσοκομείο, όπως εξοπλισμό, διοργάνωση εκδηλώσεων και άλλα, τα τελευταία χρόνια, όπως ανέφερα, ενεπλάκη και στην προσπάθεια να ξαναλειτουργήσει το κτίριο του Πανανείου.

Όμως, μίλησα πολύ για το Νοσοκομείο ανασύροντας ψηφίδες της ιστορίας του. Αλλά, ένα νοσοκομείο δεν είναι μόνο τα κτίριά του και ο εξοπλισμός του. Είναι κυρίως οι άνθρωποι που παρέχουν τις υπηρεσίες του στο κοινό που εξυπηρετεί, που δημιουργούν και καλλιεργούν την παράδοσή του. Το Βενιζέλειο Πανάνειο ήταν και είναι εξαιρετικά τυχερό απ’ αυτή την άποψη. Το υπηρέτησαν και το υπηρετούν και σήμερα, σ΄ όλους τους κλάδους εργαζομένων, πάρα πολλοί αξιόλογοι άνθρωποι, που συνέβαλαν στη διαμόρφωση της παράδοσής του. Άνθρωποι καταξιωμένοι όχι μόνο για την ποιότητα της δουλειάς τους, αλλά και για την ανθρωπιά τους και το ήθος τους. Ο κατάλογος είναι πολύ μεγάλος. Θα αναφερθώ μόνο σε τρεις που δεν είναι πια ανάμεσά μας. Οι δύο υπήρξαν γιατροί του Βενιζελείου όταν άρχισε να λειτουργεί ως γενικό νοσοκομείο. Πρόκειται για τον αείμνηστο παθολογοανατόμο Διομήδη Στειακάκη και την αείμνηστη δυστυχώς, επίσης, μικροβιολόγο Μαρία Λεμπιδάκη. Και οι δύο ήταν άριστοι επιστήμονες, εξαιρετικοί άνθρωποι με ήθος και συνέβαλαν τα μέγιστα στην ποιότητα του έργου του νοσοκομείου. Ο τρίτος μας άφησε πρόσφατα. Είναι ο Πολύβιος Ηλιάκης. Όσα γράφτηκαν και ειπώθηκαν αυτές τις ημέρες για τον Πολύβιο δεν είναι τα τυπικά που λέγονται σ’ αυτές τις περιπτώσεις. Ο Πολύβιος ήταν ο ιδανικός ηθικός άνθρωπος και επιστήμονας, ήταν απ’ αυτούς που μπορούν να δημιουργήσουν σχολή επιστήμης και ήθους, και το έκανε.

Το Βενιζέλειο Πανάνειο σήμερα είναι ένα μεγάλο, αξιόλογο και σύγχρονο νοσοκομείο που έχει και 4 αποκεντρωμένες δομές, που προσφέρουν και κοινωνικό έργο, οι οποίες είναι το Κέντρο Ψυχικής Υγείας, το Ιατροπαιδαγωγικό Κέντρο, ο ξενώνας Αλκυονίδα και το Δημόσιο Ινστιτούτο Επαγγελματικής κατάρτισης – Σχολή Νοσηλευτικής. Δεν θα σας μιλήσω για τη δομή, τη λειτουργεία και το έργο του Νοσοκομείου και των αποκεντρωμένων Δομών του. Μπορείτε να τα δείτε, με την ησυχία σας, στην εξαιρετικά καλαίσθητη και κατατοπιστική ιστοσελίδα του Νοσοκομείου.

Ελπίζω να μη σας κούρασα πολύ.

Θέλω να τελειώσω με δύο ευχές για το Βενιζέλειο Πανάνειο γενικό Νοσοκομείο.

Η πρώτη, να ανακαινισθεί σύντομα το Πανάνειο για να φιλοξενήσει τα εξειδικευμένα εξωτερικά ιατρεία και εργαστήρια του Νοσοκομείου, που αφορούν το κοινωνικά πολύτιμο διώνυμο μητέρα – παιδί.

Και η δεύτερη ευχή μου, να εφαρμοστεί, επίσης σύντομα, η απόφαση του Κεντρικού Συμβουλίου Υγειονομικών Περιφερειών που αφορά την άρση της διασύνδεσής του με το ΠΑΓΝΗ, ώστε να μπορεί, με το πλήρωμά του, να ταξιδέψει στο μέλλον με το δικό του ιστορικό όνομα «Γενικό Νοσοκομείο Βενιζέλειο Πανάνειο» και τον δικό του παραδοσιακό λογότυπο ολόκληρο κι όχι ανάπηρο, όπως είναι τώρα, ακόμα και στην ιστοσελίδα του, αφού του έχουν αφαιρέσει ένα μέρος του (το Π=Πανάνειο).

Σας ευχαριστώ πολύ.