Επιδείνωση παρουσιάζει στην Ελλάδα η ποιότητα ζωής που σχετίζεται την Υγεία

 24.11.2017

Την Πανελλαδική έρευνα HELLAS HEALTH VII, η οποία έγινε τον Μάιο του 2017 σε αντιπροσωπευτικό δείγμα του ενήλικου ελληνικού πληθυσμού, σε συνεργασία με την Metron Analysis και το Κέντρο Μελετών Υπηρεσιών Υγείας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών παρουσίασαν ο καθηγητής Κοινωνικής και Προληπτικής Ιατρικής Γιάννης Τούντας, η αναπληρώτρια καθηγήτρια Υγιεινής και Επιδημιολογίας Βίκυ Μπενέτου, η επίκουρη καθηγήτρια Επιδημιολογίας και Προληπτικής Ιατρικής Μαρία Καντζανού και ο αναπληρωτής διευθυντής του Ινστιτούτου Δημόσιας Υγείας και επιστημονικός συνεργάτης του Κέντρου Μελετών Υπηρεσιών Υγείας Κωνσταντίνος Βαρδαβάς. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της μελέτης, η ποιότητα ζωής που σχετίζεται με την Υγεία και που εκφράζει τη «σωματική, ψυχική και κοινωνική ευεξία» του ορισμού της υγείας του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, παρουσιάζει στατιστικά σημαντική επιδείνωση στη χώρα μας μετά το έτος 2010.

Σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας, το 53% των συμμετεχόντων δεν τρέφονται υγιεινά, καθώς όπως δήλωσαν καταναλώνουν 1,6 μερίδες φρούτων και λαχανικών ημερησίως. Το 28% απάντησε ότι λαμβάνει δύο μερίδες, όταν η συνιστώμενη κατανάλωση είναι 5 μερίδες. Η χαμηλή αυτή κατανάλωση δεν έχει τροποποιηθεί στη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας. Πάντως, το ποσοστό των καθημερινών καπνιστών (29%) παρουσιάζει σημαντική μείωση από το 2006 (40%), με τη μεγαλύτερη μείωση να παρατηρείται μετά το 2011 (36%).

Σε ό,τι αφορά τις θεραπευτικές αγωγές τους, το 28% των συμμετεχόντων, τόνισε ότι η πληρωμή των φαρμάκων τους τελευταίους 12 μήνες  αποτέλεσε γι' αυτούς σημαντικό πρόβλημα και ένα 21% δήλωσε ότι αντιμετώπισε κάποιο πρόβλημα σε μικρότερο βαθμό όμως.

To 30% των ατόμων που επισκέφθηκαν ένα φαρμακείο στο διάστημα αυτό, αφορούσε την προμήθεια συνταγογραφούμενων φαρμάκων χωρίς συνταγή γιατρού, εκ των οποίων το 35% ήταν για αγορά αντιβιοτικών.

Οι ειδικοί έθεσαν στο ερωτηματολόγιο τους και την ερώτηση αν το κοινό γνωρίζει τα γενόσημα φάρμακα και όπως διαφάνηκε ένα 36% γνωρίζει πολύ ή αρκετά τα γενόσημα φάρμακα, ωστόσο,  μόνο το 23% τα εμπιστεύεται πολύ ή αρκετά.

Επιπροσθέτως, αναφορικά με τα γενόσημα, το 38% δεν γνωρίζει ότι κοστίζουν τα 2/3 της τιμής των πρωτοτύπων, ενώ το 42% προτιμά τα γενόσημα μόνο εάν το ποσό που εξοικονομεί είναι μεγάλο, το 27% προτιμά το πρωτότυπο φάρμακο ανεξαρτήτως τιμής και μόνο το 19% προτιμά πάντα το γενόσημο. 

Επίσης, σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας, το 42% πληρώνει από την τσέπη του 10-50 ευρώ κάθε μήνα για να πάρει τα φάρμακα του που είναι συνταγογραφούμενα.

Ένα ποσοστό 35% δίνει λιγότερο από 10 ευρώ, ένα ποσοστό 8% πληρώνει όμως από 50-100ευρώ, ένα  3% πληρώνει πάνω από 100-200 ευρώ και, το 1% πληρώνει από 200-500 ευρώ. Επίσης, όπως παρατηρήθηκε, μόνο το 10% δεν χρειάστηκε να πληρώσει από την τσέπη του. Το 45% των συμμετεχόντων εκδήλωσε την ανησυχία του αναφορικά με την κάλυψη του κόστους συνταγογραφούμενων φαρμάκων, ενώ το 24% δήλωσε ότι ανησυχεί λίγο και μόνο το 28% δεν ανησυχεί καθόλου.

Σε ό,τι αφορά τις υπηρεσίες Υγείας το 62% από τους 916 ερωτώμενους που είχαν ανάγκη ιατρικής φροντίδας το τελευταίο 12μηνο, χρειάστηκε να πληρώσει από την τσέπη του.

Το 21% των συμμετεχόντων ανέφερε ότι δεν έλαβε την ιατρική φροντίδα που είχε ανάγκη κυρίως λόγω του κόστους (53%), άλλης απασχόλησης (15%), αμέλεια (11%), αναμονή (11%).  Το 37% δήλωσε ότι απευθύνεται σε συμβεβλημένο ιδιώτη γιατρό για ιατρική φροντίδα, το 23% σε μη συμβεβλημένο ιδιώτη γιατρό, το 19% στα εξωτερικά ιατρεία των νοσοκομείων, το 7% στα δημόσια Πολυϊατρεία και Κέντρα Υγείας του ΠΕΔΥ. 

Σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας, κατά μέσο όρο, ο κάθε Έλληνας πληρώνει από την τσέπη του στη διάρκεια του έτους 170 ευρώ για επισκέψεις σε ιατρούς, 75 ευρώ για επισκέψεις σε οδοντιάτρους και 50 ευρώ για εργαστηριακές και διαγνωστικές εξετάσεις.

Στο θέμα των εμβολιασμών, που αποτελεί και ένα από τα σοβαρά θέματα Δημόσιας Υγείας τα τελευταία έτη διαπιστώθηκε ότι ένα μεγάλο ποσοστό Ελλήνων στην ενήλικη ηλικία δεν έχει εμβολιαστεί ποτέ, ενώ παρατηρήθηκε και ότι ένα επίσης μεγάλο ποσοστό δεν εμβολιάζει τα παιδιά του λόγω πιθανών παρενεργειών.

Συγκεκριμένα, στους ενήλικες το 27%  του ελληνικού πληθυσμού δεν έχει εμβολιαστεί ποτέ στην ενήλικη ζωή του. Ενώ, το ετήσιο αντιγριπικό εμβόλιο το έχει κάνει το 30%, το 25% έχει κάνει της διφθερίτιδας, τετάνου, κοκκύτη, το 15% έχει κάνει του πνευμονιόκοκκου και το 14% ηπατίτιδας Β.

Το 6% ανέφερε δυσκολίες για να εμβολιασθεί, λόγω έλλειψης εμβολίων (30%), φόβου για κινδύνους (20%), δυσκολία συνταγογράφησης (12%), κόστος εμβολίου (9%).

Επίσης, ένα ποσοστό 19% απάντησε ότι δεν γνωρίζει ότι πρέπει να  εμβολιάζονται οι ενήλικες και ένα 10% θεωρεί ότι οι κίνδυνοι είναι μεγαλύτεροι από τα οφέλη.

Επιπροσθέτως, ένα 23% δεν γνωρίζει εάν ανήκει σε ομάδα υψηλού κινδύνου για πνευμονικές λοιμώξεις και μόνο το 17% έχει εμβολιασθεί για πνευμονιόκοκκο.

Τέλος, στους ενήλικες, το 76% απάντησε ότι δεν έχει ενημερωθεί για τα νοσήματα που σχετίζονται με τον ιό HPV και το 78% δεν γνωρίζει για την ύπαρξη εμβολίου για τον HPV, ενώ όπως διαφάνηκε μόνο το 7% έχει εμβολιασθεί γι αυτό.

Όσον αφορά του παιδικούς εμβολιασμούς, οι περισσότεροι γονείς δήλωσαν ότι απευθύνονται σε ιδιώτη γιατρό για τον εμβολιασμό των παιδιών τους. Το 94% των γονέων απάντησε ότι έχει εμβολιάσει πλήρως τα παιδιά του, όμως πολλοί εξ αυτών δεν θυμούνταν ποια εμβόλια είχαν κάνει τα παιδιά. Το μεγαλύτερο ποσοστό των γονέων που δεν έχει εμβολιάσει τα παιδιά τους (58%) ανέφερε ως κύριο λόγο τη διαφωνία τους και τις τυχόν παρενέργειες.

Επίσης, το 64% των γονέων δήλωσε ότι έχει ενημερωθεί για τα οφέλη του εμβολιασμού, το 56% για την αναγκαιότητα του εμβολιασμού και το 41% για τους κινδύνους που απορρέουν από τον εμβολιασμό

Ένα 15% ανέφερε ότι αντιμετώπισε δυσκολίες στην προσπάθεια εμβολιασμού των παιδιών τους λόγω έλλειψης εμβολίων (64%), κόστους (34%), αδυναμία ραντεβού(10%).

Ωστόσο, και εδώ παρατηρήθηκε ότι το 24% των γονέων έχει εμβολιάσει τα παιδιά του έναντι του ιού HPV.